REAL - UNREAL Le Réel et l’Irréel
Στα έργα αυτής της περιόδου προσεγγίζεται η οριακή περιοχή που συναντώνται το πραγματικό και το μη πραγματικό, το υλικό και το άυλο, εκεί που τα χειροπιαστά υλικά μεταμορφώνονται σε φορείς του αόρατου, του απόντος, του πνευματικού.
Χρησιμοποιήθηκαν απλά υλικά της καθημερινότητας—χαρτί από παλαιά δημοτολόγια του 1940-1950, σχολικά βιβλία -Ομήρου Ιλιάς, 1959- εφημερίδες, εμπορικοί κατάλογοι, κάποιες δαντέλες, φύλλα χρυσού 24 καρατίων—προκειμένου να αποτυπωθεί το μη πραγματικό: μνήμες που διαφεύγουν, ηρωικές μορφές που έχουν γίνει μύθος, ασώματες παρουσίες αυτών που ίστανται "στον κόσμο του επέκεινα".
Les œuvres de cette période explorent la zone frontière où se rencontrent le réel et l'irréel, le matériel et l'immatériel — là où des matériaux tangibles deviennent les vecteurs de l'invisible, de l'absence et du spirituel.
Des matériaux simples du quotidien ont été utilisés — papiers issus d'anciens registres d'état civil des années 1940‑1950, manuels scolaires, journaux, catalogues commerciaux, dentelles anciennes et feuilles d'or — afin de donner forme à l'irréel : des mémoires qui s'effacent, des figures héroïques devenues mythe, des présences incorporelles appartenant au monde de l'au‑delà.

Στην ανθρώπινη ιστορία μας, το σώμα κατέχει κεντρική θέση στην αντιπαράθεση μεταξύ του διπόλου ύλης και πνεύματος, βρίσκεται δε σε άρρηκτη σχέση με το κοινωνικό-οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στον ατομικό, προσωπικό χώρο και τον δημόσιο, συλλογικό. Παράλληλα, η ύπαρξή μας είναι ενσώματη, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς οποιαδήποτε δραστηριότητα και εμπειρία που να μην εμπλέκετε ενεργά το σώμα. Σε όλα αυτά τα έργα απουσιάζει το Σώμα, απουσιάζει τόσο η υλική ατελής διάστασή του όσο και ο ατομικός προσωπικός του χώρος. Το παράδοξο είναι ότι το μη πραγματικό αποκτά σάρκα μόνο μέσα από την πραγματικότητα της ύλης.
Tο πραγματικό μας περιορίζει, το μη πραγματικό μας απελευθερώνει.
Dans l'histoire humaine, le corps occupe une place centrale dans la tension entre matière et esprit. Il demeure indissociable des dimensions sociales, politiques, économiques et culturelles, brouillant les frontières entre l'espace intime et l'espace collectif. Pourtant, dans ces œuvres, le corps est absent — aussi bien dans sa matérialité imparfaite que dans son individualité. Le paradoxe réside dans le fait que l'irréel ne peut prendre corps qu'à travers la matérialité même.
Le réel impose ses limites ; l'irréel ouvre un espace de dépassement.

Τα έργα απεικονίζουν τμήματα ενδυμάτων που λειτουργούν ως κενά κελύφη. Είναι πραγματικές φόρμες που περιέχουν μη πραγματικές παρουσίες, σώματα που απουσιάζουν, ενδύματα-φαντάσματα που φέρουν την ενέργεια εκείνων που παλαιότερα τα φορούσαν.
Το χαρτί, εφήμερο και εύθραυστο, καθρεφτίζει την τάση της ιστορίας να διαφεύγει εάν δεν καταγράφεται. Είναι πραγματικό στην απτή του διάσταση, αλλά μη πραγματικό στο περιεχόμενό του—φέρει ιστορίες που δεν υπάρχουν πια, παρουσίες ανθρώπων που έφυγαν.
Στη σύγχρονη εποχή, όπως αντιληφθήκαμε και κατά τη διάρκεια της
πανδημίας, ο άνθρωπος έχει διαχωρίσει το σώμα από την ψυχή, το
πραγματικό από το μη πραγματικό. Τα έργα μου προσπαθούν να
επανασυνδέσουν αυτές τις διαιρεμένες διαστάσεις της ύπαρξης, να δείξουν
ότι το πραγματικό χρειάζεται το μη πραγματικό για να αποκτήσει νόημα,
και το μη πραγματικό χρειάζεται το πραγματικό για να γίνει ορατό.
Κάθε
έργο γίνεται τελικά ένας χώρος διαλόγου μεταξύ αυτών των δύο
σφαιρών—ένας τόπος όπου η ύλη και το πνεύμα, η ιστορία και η μνήμη, το
παρόν και το παρελθόν συναντιούνται και αλληλοδιαπλέκονται,
δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα που είναι ταυτόχρονα χειροπιαστή
και ονειρική.
Les œuvres représentent des fragments de vêtements qui fonctionnent comme des enveloppes vides : des formes réelles habitées par des présences absentes, des vêtements‑fantômes portant encore l'énergie de ceux qui les ont autrefois portés.
Le papier, éphémère et fragile, reflète la manière dont l'histoire se dissipe lorsqu'elle n'est pas préservée. Il est réel dans sa matérialité tangible, mais irréel dans son contenu : il conserve des histoires qui n'existent plus et des traces de vies disparues.
À l'époque contemporaine — comme la pandémie nous l'a brutalement rappelé — l'être humain a séparé le corps de l'âme, le réel de l'irréel. Mes œuvres cherchent à reconnecter ces dimensions fragmentées de l'existence, à montrer que le réel a besoin de l'irréel pour acquérir un sens, tandis que l'irréel a besoin de la matière pour devenir visible.
Chaque œuvre devient ainsi un espace de dialogue entre ces deux sphères — un lieu où matière et esprit, histoire et mémoire, présent et passé se rencontrent et s'entrelacent afin de produire une réalité à la fois tangible et onirique.
